Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Μία ωραία συνάντηση το προηγούμενο Σάββατο

Είχα φύγει διακοπές και το προηγούμενο ΠαρασκευοΣάββατοΚύριακο βρέθηκα στην ορεινή Ναυπακτία. Μαζί μου είχα κι αυτό το βιβλίο, από έναν παλιό αντάρτη, που είχα την τιμή να γνωρίσω έμμεσα και που πολύ τον σέβομαι.

Καθώς διάβαζα το μεσημέρι του Σαββάτου, στο μπαλκόνι, έφτασα σ' αυτό το απόσπασμα.

Αναφέρεται στη μάχη της Αράχωβας Ναυπακτίας (περισσότερα εδώ και εδώ). Η μάχη έγινε στις 13 προς 14 Γενάρη 1948. Οι θέσεις του ΔΣΕ και του κυβερνητικού στρατού ήταν τόσο κοντά μεταξύ τους, που τα αεροπλάνα αδυνατούσαν να πολυβολίσουν τους αντάρτες, για να μην σκοτώσουν τους στρατιώτες ενώ τα εφόδια που προορίζονταν για τους δεύτερους (όπλα και κυρίως φάρμακα) κατέληξαν στα χέρια των πρώτων.
Αφού στο απόσπασμα αναφερόταν το χωριό, στο οποίο βρισκόμουν, το ανέφερα στον οικοδεσπότη μου. Εκείνος το διάβασε σιωπηλός και μετά έφυγε για την πλατεία του χωριού. Μετά από λίγο κατέβηκα κι εγώ. Με πλησίασε ένας ευγενής μυστακοφόρος γύρω στα 55, μου συστήθηκε πως είναι δάσκαλος και με ρώτησε αν εγώ έχω το βιβλίο που αναφέρει τη μάχη της Αράχωβας και τι ακριβώς λέει. Του διήγηθηκα την παράγραφο, όσο την θυμόμουν.
Και τότε άρχισε να μου δίνει λεπτομέρειες: ο στρατιώτης που συνελήφθη ήταν τραυματίας. Και ο αδελφός του, ο αντάρτης, είπε να τον περιποιηθούν με τα φάρμακα που αντιστοιχούν στον ίδιον κι άμα αυτός πληγωθεί, να τον αφήσουν να πεθάνει. Προφανώς, βοήθησε και το ότι είχαν πέσει κατά λάθος εξ ουρανού τα φάρμακα που προορίζονταν για τους στρατιώτες.
Μετά, ο αντάρτης πήρε ένα μουλάρι, φόρτωσε τον αδελφό του επάνω και τον έφερε στο χωριό. Όταν τον παρέδωσε ασφαλή, του πήρε τα άρβυλα και τη χλαίνη, είδη πολύτιμα τότε (και πάντα) για κάθε αντάρτη.
«Α, έτσι είναι η ιστορία;» ρώτησα μάλλον αδιάφορα τον συνομιλητή μου.
«Ναι! Άμα δεν με πιστεύεις, ρώτα τον ίδιο τον κυρ-Σταύρο!» μου απαντά, δείχνοντάς μου έναν γηραιό κύριο, στο διπλανό καφενείο. Μετά από 63 χρόνια (εκ, των οποίων αρκετά στην Πολωνία), ο αντάρτης εκείνος καθόταν λίγα μέτρα παραδίπλα μου, στην πλατεία της Γραμμένης Οξυάς! Τον εφοβήθηκε κι ο Χάρος. Να 'ναι πάντα καλά.


4 σχόλια:

Δημήτρης είπε...

Καταπληκτική συνάντηση, το βιβλίο φαντάζομαι ζωντάνεψε μπροστά σου.

Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα είπε...

Βέβαια. Για να πώ την αλήθεια, απέφυγα να τον σκοτίσω...

Σπνσς είπε...

Κακώς δεν του μίλησες,πόσο ακόμα θα υπάρχουν οι πρωταγωνιστές αναμεσά μας;

Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα είπε...

Έχεις απόλυτο δίκιο. Αλλά ήταν τόσο ήρεμος, εκεί που καθόταν κάτω απ' το πλατάνι, που θα ένιωθα σαν μλκας τουρίστας που φωτογραφίζει τα αξιοθέατα...