Τέλη Ιουλίου-αρχές Αυγούστου 2004.
Εξόριστοι από την Ολυμπιακή Αθήνα, βρισκόμαστε στη Σαμοθράκη.
Φεύγοντας, από Αλεξανδρούπολη, ανεβαίνουμε Διδυμότοιχο και στρίβουμε δυτικά.
Κάνομε στάση στο Ελληνοχώρι για κάνα ποτάκι σ΄ένα άθλιο μπαρ με νταλικέρηδες και στρατιωτικούς από το διπλανό στρατόπεδο. Το ένα ποτάκι γίνεται πέντε-έξι.
Παίρνουμε τα πτώματά μας και μετά από λίγα χιλιόμετρα στην ευθεία,
διαπιστώνω πως δεν το έχω πλέον με την οδήγηση.
Σταματάμε σ' ένα χωριό, στήνει ο λοστρόμος το αντίσκηνο στο προαύλιο της εκκλησίας, δένομε στο σκύλο στο διπλανό δέντρο και την πέφτομε για ύπνο.
Το πρωί, κατά τις 7.30 ακούω «τσάπ-τσαπ» δίπλα στο κεφάλι μου.
Βγαίνω από τ' αντίσκηνο, έτοιμος να ακούσω γκρίνια και βλέπω έναν γηραιό κύριο που καθαρίζει την αυλή της εκκλησίας από τα αγριόχορτα.
«Συγγνώμη, παιδί μου, αν σας ενοχλώ, να έρθω αργότερα!» λέει.
Πεταγόμαστε, ντροπιασμένοι, νιβόμαστε στο αποχωρητήριο της εκκλησίας, που μας έδειξε ο καλός κύριος, φκιάνουμε καφέ, μαζεύουμε το σκύλο και φεύγουμε.
Βγαίνοντας απ' το χωριό, βλέπουμε τ' όνομά του:
«Ευγενικό»
Όντως!